Νίκος Θεοδωρίδης, Δασολόγος - Περιβαλλοντολόγος
M.Sc. Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Φυσικών Πόρων.
Επιθεωρητής Δασών Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
Αν. Διευθυντής Πολιτικής Προστασίας Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.

«Η συμβολή της βιοποικιλότητας στην αύξηση του τουριστικού προϊόντος και τη στήριξη της τοπικής οικονομίας».

1. ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Πολλοί είναι οι ορισμοί που κατά καιρούς δόθηκαν στην έννοια «τουρισμός». Σύμφωνα με την Ηνωμένα Έθνη ως τουρισμός ορίζεται “το άθροισμα των φαινομένων και των σχέσεων που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση των τουριστών, των επιχειρηματιών που παρέχουν υπηρεσίες, των κυβερνήσεων των χωρών και των κοινωνιών των περιοχών υποδοχής κατά την διάρκεια της προσέλκυσης και φιλοξενίας των τουριστών και επισκεπτών” (Council of Europe, 1995).

Στην Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια (wikipedia), ως τουρισμός ορίζεται το ταξίδι που γίνεται για σκοπούς αναψυχής και ξεκούρασης.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού (WTO) ορίζει ως τουρίστες τους ανθρώπους που «ταξιδεύουν και διαμένουν σε περιοχές ή μέρη έξω από το συνηθισμένο περιβάλλον τους, συνεχόμενα, για λιγότερο από ένα χρόνο για σκοπούς ξεκούρασης, επιχειρηματικούς κ.ά., που δεν σχετίζονται με την άσκηση κάποιας δραστηριότητας που να αμείβεται με κάποιο τρόπο από την περιοχή που επισκέπτονται.

Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν, επιλέγουν κάποιο προορισμό για διάφορους λόγους όπως είναι η πολιτισμική διαφορετικότητα (WTO), η ελκυστικότητα, η απόσταση, το κόστος, κ.ά. Οι λόγοι που δημιουργούν την αιτία προσέλκυσης κάποιου τουρίστα σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή, αποτελούν για την περιοχή αυτή τους τουριστικούς της πόρους. Η ύπαρξη σημαντικών τουριστικών πόρων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα και σημαντικό πλεονέκτημα για τις χώρες που επιδιώκουν να αναπτυχθούν τουριστικά. Εκτός από τους πολιτιστικούς πόρους (παράδοση, ήθη, έθιμα, κ.λπ.) και τις υποδομές και υπηρεσίες (ξενοδοχεία, πρακτορεία τουρισμού, κ.λπ.), που άμεσα ή έμμεσα συμβάλουν στην τουριστική ανάπτυξη, μεγάλη σημασία για την τουριστική ανάπτυξη και στήριξη της τοπικής οικονομίας έχουν και οι φυσικοί πόροι (φυσικό περιβάλλον, κλίμα, βιοποικιλότητα, κ.ά.) της κάθε περιοχής.

Η ελκυστικότητα ενός προορισμού επηρεάζεται κατά μεγάλο ποσοστό από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Και ενώ σε κάποιες άλλες περιοχές, την τελευταία κυρίως δεκαετία, παρατηρείται μια τάση προς την ανάπτυξη τεχνολογικά κατασκευασμένων τουριστικών πόρων, σύμφωνα με τον Κοκκώση κ.ά. (2001), όπως μνημονεύεται από την Παπαστεργίου (2007), στη χώρα μας και συγκεκριμένα στη Δωδεκάνησο υπάρχει ακόμη ένα τεράστιο απόθεμα φυσικών πόρων, όπως η πανίδα, η χλωρίδα, η βιοποικιλότητα, που μόνο τυχαία επιδεικνύονται ή με άλλο τρόπο αξιοποιούνται τουριστικά και βεβαίως όχι πάντα όπως θα έπρεπε. Η υποτυπώδης σήμερα τουριστική αξιοποίηση των φυσικών πόρων, εκτός της ηλιοφάνειας, γίνεται με προχειρότητα και αδιαφορία για το μέλλον του πόρου και όχι κάτω από κάποιο ορθολογικό και αειφόρο διαχειριστικό σχέδιο ανάδειξης και εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα πολλές φορές αντί οι φυσικές ομορφιές να γίνουν πόλος έλξης αποτελούν αιτία δυσφήμησης για την χώρα μας. Ένα τέτοιο παράδειγμα δυσφήμησης ήταν παλαιότερα οι σφυρίχτρες των οδηγών στα μονοπάτια της «κοιλάδας των πεταλούδων», που ξεσήκωναν τα φαντασμαγορικά σύννεφα των πεταλούδων, όμως προκαλούσαν τεράστια ζημιά στο μέγεθος του πληθυσμού. Επειδή το είδος (Panaxia quadripunctaria) είναι νυκτόβιο (δραστηριοποιείται κατά τη διάρκεια της νύχτας) και δεχόταν συνεχή ενόχληση χωρίς να μπορεί να ξεκουραστεί στις ώρες ανάπαυσής του την ημέρα, αφού αυτές συνέπιπταν με τις ώρες επίσκεψης των τουριστών, υπέφερε από εξάντληση. Συνηγορούντων βεβαίως και κάποιων άλλων παραγόντων, υπέστη την περασμένη δεκαετία μια σοβαρή και κρίσιμη μείωση πληθυσμού. Πολλά παρόμοια αρνητικά παραδείγματα θα μπορούσαν να αναφερθούν, όπως η χάραξη, μονοπατιών, διαδρομών και δρόμων ταχείας κυκλοφορίας στα δάση, χωρίς να εξεταστούν οι επιπτώσεις στα άγρια ζώα, η χρήση δασικών ή φρυγανικών εκτάσεων για νόμιμες και παράνομες απορρίψεις μπαζών και σκουπιδιών, χωρίς να εξεταστούν οι επιπτώσεις στα σπάνια φυτικά είδη, η αποξήρανση λιμνών και μικροφραγμάτων για άρδευση και η χημική καταπολέμηση των καλαμιώνων στις ρεματιές, χωρίς να εξεταστούν οι ανάγκες των παρυδάτιων, υδρόβιων και μεταναστευτικών ειδών της άγριας ορνιθοπανίδας, η καταστροφή της πανίδας και των βιοτόπων κατά την διαδρομή και στα δέλτα των χειμάρρων από ανεπίτρεπτες λατομικές χρήσεις.

Προσπάθεια και επιδίωξη όλων μας θα πρέπει, αντί της σημερινής συνεχούς αλόγιστης κατασπατάλησης και καταστροφής των φυσικών μας πόρων, να γίνει η ανάδειξη και αξιοποίησή τους. Στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος που αποτελούν ταυτόχρονα φυσικούς και τουριστικούς πόρους και που μέχρι σήμερα δεν είχαν κατ’ αρχάς μελετηθεί και αναδειχτεί και κατόπιν αξιοποιηθεί και για τουριστικούς σκοπούς, αποτελούν η άγρια πανίδα και χλωρίδα της περιοχής και τα αποδημητικά πουλιά καθώς και στοιχεία της βιοποικιλότητας είτε στο επίπεδο των κληρονομικών καταβολών, είτε των ειδών, είτε των οικοσυστημάτων, είτε των τοπίων.

2. ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ
Ο όρος «βιοποικιλότητα» ήταν γνωστός στην οικολογία πολύ πριν τη διάσκεψη του Ρίο και χρησιμοποιούνταν για να εκφράσει την ποικιλία των μορφών ζωής σε ένα συγκεκριμένο χώρο. Η βιοποικιλότητα είναι μία έννοια που αν και φαίνεται κατ’ αρχάς απλή και σαφής είναι αρκετά αόριστη, σύνθετη, αμφιλεγόμενη και δεν υπάρχει μόνο μία αλλά πολλές βιοποικιλότητες σε πολλά επίπεδα (Ντάφης κ.ά., 1997):

2.1. Το πρώτο επίπεδο είναι εκείνο της γενετικής βιοποικιλότητας. Η γενετική βιοποικιλότητα εκφράζει το εύρος των κληρονομικών καταβολών ενός συγκεκριμένου είδους.
2.2. Το δεύτερο επίπεδο βιοποικιλότητας είναι αυτό της βιοποικιλότητας των ειδών φυτών και ζώων. Η βιοποικιλότητα αυτή εκφράζεται με τον αριθμό (πλήθος) των φυτών και ζώων που απαντούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Περίπου 1,75 εκατομμύρια είδη οργανισμών έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα. Οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι υπάρχουν συνολικά 13 εκατομμύρια είδη.
2.3. Το τρίτο επίπεδο βιοποικιλότητας, γνωστό ως βιοποικιλότητα οικοσυστημάτων ή φυτοκοινωνιών (habitats), εκφράζεται με τον αριθμό (πλήθος) των συνδυασμών ειδών φυτών και ζώων (οικοσυστημάτων) που συναντώνται σε μια περιοχή.
2.4. Το τέταρτο επίπεδο βιοποικιλότητας είναι εκείνο της βιοποικιλότητας των τοπίων, το οποίο εκφράζεται με τον αριθμό ή το πλήθος των τύπων τοπίων που εμφανίζονται σε μια περιοχή ή σε μια χώρα.

3. ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ
Στο επίπεδο της Γενετικής βιοποικιλότητας θα πρέπει να αναζητηθούν όλες οι κληρονομικές καταβολές άγριων πληθυσμών, πανίδας και χλωρίδας και να αναδειχτούν μέσα από επιστημονικά άρθρα, έντυπα, φωτογραφικές απεικονίσεις, τουριστικά περιοδικά, διαφημιστικό υλικό κ.λπ. Η προσπάθεια αυτή θα μπορούσε να ξεκινήσει:
• Από αυτοφυή Δάση όπως το παγκοσμίου επιστημονικού ενδιαφέροντος βιογενετικό απόθεμα δάσους κυπαρίσσου στο «Κατάρτι» Έμπωνας.
• Από τα δάση Υγράμβαρης.
• Από μεμονωμένα άτομα δέντρων μεγάλης ηλικίας, όπως ο «πλάτανος του Ιπποκράτη» στην Κω, το αιωνόβιο πουρνάρι της «Παναγιάς Τσαμπίκας», ο πλάτανος του «Αγίου Νεκταρίου», στη Ρόδο, το κυπαρίσσι στο μοναστήρι του «Μιχαήλ Ρουκουνιώτη» στη Σύμη που έχει περίμετρο βάσης περίπου 3,5 μέτρα και κόμη πεπλατυσμένη, ομπρελοειδή, διαμέτρου 17 μέτρων που καλύπτει έκταση εδάφους εμβαδού 227 τ.μ..
• Αιωνόβια ελαιόδεντρα σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου
• Νάνοι ελέφαντες στην Τήλο
• Το πλατώνι της Ρόδου
• Η αγριόγατα (πιθανολογείται η ύπαρξή της)
και να επεκταθεί σε χιλιάδες άλλα είδη σπάνια και απειλούμενα, που λόγω της απομόνωσής τους στα νησιά της Δωδεκανήσου, διαφοροποιήθηκαν και έγιναν ιδιόμορφα και ξεχωριστά. Μέσα από την μελέτη και ανάδειξη των στοιχείων αυτών αναδεικνύεται και η κληρονομικότητα και ιστορική διαδρομή τους, στοιχεία που επίσης αποτελούν φυσικούς πόρους που μπορούν να αξιοποιηθούν, καθώς τα κληρονομικά χαρακτηριστικά τους θα αποτελέσουν βιβλιοθήκες μελέτης, για τους ειδικούς επιστήμονες και φοιτητές και ανοικτά πανεπιστήμια που θα μπορούν να επισκέπτονται επί τόπου (in situ) όλοι οι ενδιαφερόμενοι επιστήμονες.

4. ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΕΙΔΩΝ ΧΛΩΡΙΔΑΣ
Σε επίπεδο βιοποικιλότητας ειδών θα ασχοληθούμε στην παρούσα εισήγηση μόνο με την χλωρίδα γιατί υπάρχουν τόσα πολλά που πρέπει να πούμε και ο χρόνος είναι περιορισμένος.

4.1 ΑΥΤΟΦΥΗΣ ΧΛΩΡΙΔΑ
Η ποικιλία των ειδών της χλωρίδας καθώς και ο αριθμός των ενδημικών ειδών που απαντάται σε ένα νησί, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, οι σπουδαιότεροι από τους οποίους είναι η απόσταση του νησιού από τη στεριά καθώς και η γεωλογική περίοδος κατά την οποία αποχωρίστηκε από αυτήν. Η Ρόδος, καθώς και τα άλλα νησιά του Αιγαίου, είναι ρηξιγενές νησί, είναι δηλαδή τμήμα μιας άλλοτε ενιαίας στεριάς ή ηπείρου και επομένως έχει ως ένα βαθμό ανάλογη χλωρίδα με αυτήν της γειτονικής στεριάς. (Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006). Το πλήθος λοιπόν των ειδών της χλωρίδας της Δωδεκανήσου είναι για μεν τα νησιά που βρίσκονται δυτικά (Κάρπαθος, Κάσος, Αστυπάλαια κ.λ.π.) παρόμοιο με αυτό της νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας, των Κυκλάδων και της Κρήτης, ενώ για τα νησιά που βρίσκονται ανατολικά (Ρόδος, Τήλος, Χάλκη κ.λ.π.) παρόμοιο με αυτό του ακρωτηρίου Μαρμαρίς της Μικράς Ασίας. Ο αριθμός όμως των ειδών είναι πολλές φορές μικρότερος, εξαιτίας της απομόνωσής τους και της δυσκολίας στη συνέχιση εξάπλωσης των φυτικών ειδών στους αιώνες που πέρασαν, που οφείλεται στην παρεμβολή της θάλασσας. Όμως, η δυσκολία αυτή συμβάλλει ταυτόχρονα στη δημιουργία των προϋποθέσεων γένεσης και εγκατάστασης ενδημικών ειδών. Σ’ αυτό συμβάλλουν πέρα από τη χρονική περίοδο δημιουργίας των νησιών και την ηλικία τους, η απόσταση που έχουν μεταξύ τους, η απόσταση από την κυρίως στεριά και οι τοπογραφικές και γεωμορφολογικές συνθήκες. Παρουσιάζεται, επίσης, διαφορετική σύνθεση και ανάπτυξη των φυτοκοινωνιών σε χαράδρες, πλαγιές βουνών, πεδινές εκτάσεις κ.λ.π., πράγμα που οφείλεται εκτός από τη σύσταση του εδάφους, στο μικροκλίμα που δημιουργείται, κυρίως λόγω του αναγλύφου (Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006).
Η συνολική χλωρίδα της Δωδεκανήσου ανέρχεται σε τουλάχιστον 1400 taxa (είδη και υποείδη), δεδομένου ότι η χλωρίδα των τεσσάρων νησιών (Ρόδος, Χάλκη, Σύμη, Τήλος) αποτελείται από 1432 taxa (είδη και υποείδη), από τα οποία τα 1220 είναι αυτοφυή της περιοχής. Τα περισσότερα (1156) εμφανίζονται στη Ρόδο, που αποτελεί και το μεγαλύτερο νησί της Δωδεκανήσου, ενώ μόνο 64 από αυτά απαντώνται στα άλλα νησιά αλλά απουσιάζουν από τη Ρόδο. Ο αριθμός ειδών χλωρίδας των υπόλοιπων μικρότερων νησιών ανέρχεται σε 392 για τη Χάλκη, 423 για τη Σύμη και 374 για την Τήλο (Πίνακας 1). Αντίστοιχα, η χλωρίδα της Καρπάθου και των μικρότερων γειτονικών νησιών (Κάσος, Σαρία) ανέρχεται σε 944 είδη από τα οποία τα 906 είναι αυτοφυή της περιοχής (Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006).

Η χλωρίδα της Δωδεκανήσου εμφανίζεται σχετικά ομοιογενής, ωστόσο τα επιμέρους νησιά παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις. Η χλωρίδα της Χάλκης δείχνει στενή φυτογεωγραφική σχέση με τη χλωρίδα της Ρόδου. Μόνο 17 είδη που βρέθηκαν στη Χάλκη απουσιάζουν από τη Ρόδο. Αυτά είναι κυρίως χασμόφυτα όπως τα Scorzonera cretica, Origanum calcareum, Odontites linkii και Silene fruticosa. Η Σύμη βρίσκεται 19 km βορειοδυτικά της Ρόδου και εμφανίζει 394 taxa κοινά με αυτήν. Μερικά από τα 29 taxa που εμφανίζονται στη Σύμη, αλλά απουσιάζουν από τη Ρόδο, είναι ενδημικά της Ανατολίας ή του Αιγαίου όπως τα Biarum davisii, Arum creticum και Staechelina fruticosa. Τέλος, η Τήλος απέχει 35 km από τη Ρόδο και εμφανίζει 356 taxa κοινά με αυτήν (Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006).

4.2 ΕΠΙΓΕΝΗΣ ΧΛΩΡΙΔΑ
Είναι γνωστό ότι στην περιοχή του Αιγαίου η καλλιέργεια της γης ήταν ευρέως διαδεδομένη ακόμη και δύο χιλιάδες χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού. Η ανθρώπινη επίδραση πάνω στη βλάστηση λόγω της έντονης βόσκησης, της εκτεταμένης καλλιέργειας δημητριακών και της ανάπτυξης των αστικών περιοχών, ήταν από πολύ παλιά σημαντική. Ένας μεγάλος αριθμός φυτών πρέπει να είχαν εισαχθεί στην περιοχή, πολλά από τα οποία έχουν σήμερα εγκλιματιστεί πλήρως στο περιβάλλον και είναι δύσκολη ή πολλές φορές και αδύνατη η διάκρισή τους, ακόμη και στους επιστήμονες. H Carlström (1987) αναφέρει ότι “Σύμφωνα με τον Greuter (1971a), περίπου το ένα τρίτο της χλωρίδας της Κρήτης και σχεδόν το 44% της χλωρίδας της νήσου Ψαρά, έχει εισαχθεί από τον άνθρωπο (Greuter, 1976)”. Όμως η δυσκολία διάκρισης των ιθαγενών ειδών από τα εισαχθέντα, είτε στην προϊστορική είτε στις αρχές της νεώτερης ιστορικής περιόδου, καθιστά τέτοιους υπολογισμούς αβέβαιους. Γνωστό είναι το παράδειγμα της οξαλίδας (Oxalis pes-caprae), που ενώ έχει εισαχθεί πριν από εκατό περίπου χρόνια σαν καλλωπιστικό φυτό για κήπους, σήμερα έχει εισβάλλει στην ύπαιθρο και τα χωράφια, σε όλη την περιοχή του Αιγαίου. Τα περισσότερα από αυτά τα είδη είχαν εισαχθεί μάλλον κατά λάθος, όπως για παράδειγμα αυτά που υπάρχουν αναμεμιγμένα στα δημητριακά ή άλλα προϊόντα που εισάγονται είτε για κατανάλωση είτε για να χρησιμοποιηθούν ως σπόροι στα χωράφια. Πολλά επίσης είδη έφτασαν στην περιοχή προσκολλημένα στο τρίχωμα ή μέσα στα κόπρανα εισαχθέντων ζώων. Κάποια είδη που είχαν εισαχθεί ως καλλωπιστικά, επεκτάθηκαν και σε άλλες εκτάσεις, όπως αγροτικές ή ακαλλιέργητες, όμως τα περισσότερα από αυτά εμφανίζονται σε θέσεις κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Από τα ξυλώδη είδη λίγα μόνο έχουν επεκταθεί έξω από τις αστικές και καλλιεργούμενες περιοχές. Ένα τέτοιο είδος είναι ο αγριοκαπνός (Nicotiana glauca), που συνήθως βρίσκεται κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Υπάρχουν όμως πολλά ποώδη είδη όπως η οξαλίδα (Oxalis pes-caprae), το Xanthium spinosum και είδη του Αμάραθου (Amaranthus spp.), που έχουν εισβάλει και καλύψει μεγάλες εκτάσεις σε πολλές περιοχές (Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006).
Μερικά ξενικά, όπως η γλαδιόλα (Gladiolus italicus), έχουν προσαρμοστεί και αναπτυχθεί σε γεωργικά εδάφη, σε ελαιώνες και σε οπωρώνες, όμως με τις σύγχρονες καλλιεργητικές μεθόδους που εφαρμόζονται σήμερα, η παρουσία τους άρχισε να μειώνεται. Πολλά μάλιστα είδη που είχαν εντοπιστεί πριν λίγες δεκαετίες στην περιοχή ίσως να μην υπάρχουν πια (Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006).

5. ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΟΙΚΟΤΟΠΩΝ (ΒΛΑΣΤΗΣΗ)
Αν εξαιρεθούν τα οικοσυστήματα που καταλαμβάνουν τις περιοχές που βρίσκονται στις κορυφές βουνών με μεγάλα υψόμετρα, πιθανόν τα δάση των φυλλοβόλων και των κωνοφόρων δέντρων που υπάρχουν σήμερα, να εκπροσωπούν τη βλάστηση κλίμαξ για την περιοχή του νοτιο-ανατολικού Αιγαίου.
Το ξηρό καλοκαίρι σε συνδυασμό με τις όψιμες βροχές του χειμώνα και τις λίγες της άνοιξης, είναι η αιτία της κυριαρχίας των ξηροφυτικών σκληρόφυλλων ειδών βλάστησης όπως τα Pistacia lentiscus, Arbutus unedo και άλλα, καθώς και των ξηροφυτικών μαλακόφυλλων ειδών με πυκνό επίστρωμα τριχών όπως τα Cistus spp., Salvia spp. κ.ά.
Τα κυριότερα φυσικά οικοσυστήματα που αναπτύχθηκαν στη Ρόδο με τις κρατούσες κλιματεδαφολογικές και λοιπές συνθήκες είναι τα εξής:

5.1 ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
5.1.1 Αμμώδεις και χαλικώδεις ακτές
Τα περισσότερα είδη φυτών που εμφανίζονται στις παράκτιες περιοχές της Δωδεκανήσου είναι κοινά σε όλα τα παράκτια οικοσυστήματα της Μεσογείου (Carlström, 1987, Θεοδωρίδης & Φαντίδης, 2006)). Αμμώδεις και χαλικώδεις παραλίες είναι η επικρατέστερη μορφή ακτών στο νησί της Ρόδου, όπου τεράστιες παραλίες με άμμο όλων των διαστάσεων και με βότσαλα όλων των μεγεθών εκτείνονται σε μήκος αρκετών πολλές φορές χιλιομέτρων. Υπάρχουν είδη φυτών που βρίσκονται μόνο σε αυτές τις παραλίες ή στις γειτονικές με αυτές εκτάσεις. Τα περισσότερο διαδεδομένα είδη είναι τα Anchusa aggregata, Anthemis tomentosa, Eryngium maritimum, Cyperus capitatus, Glaucium flavum, Medicago marina, Pancratium maritimum, Pseudorlaya pumila, Salsola kali. Από τα θαμνώδη είδη απαντώνται κυρίως η άρκευθος (Juniperus oxycedrus ssp. macrocarpa), καθώς επίσης και περισσότερο κοινά είδη όπως ο σχίνος (Pistacia lentiscus), το θυμάρι (Corydothymus capitatus), το λύκιο (Lycium schweinfurthii) και μερικά ενδημικά είδη όπως τα Consolida arenaria, Verbascum syriacum, Matthiola longifolia ssp. pumilio (Carlström 1987).

5.1.2 Βραχώδεις ακτές
Κατακόρυφες βραχώδεις ακτές υπάρχουν αρκετές, κυρίως στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού της Ρόδου. Μερικά μόνο είδη φυτών μπορούν να αντέξουν και να ευδοκιμήσουν σε ένα τόσο αφιλόξενο περιβάλλον όπου τα λεπτά σταγονίδια που περιέχουν μεγάλες ποσότητες αλατιού φτάνουν με μορφή ψεκασμού από τη θάλασσα. Τα πιο κοινά από αυτά είναι τα Silene sedoides, Lotus cytisoides, Crithmum maritimum, Sedum litoreum, Mesembryanthemum nodiflorum, Limonium spp., καθώς και τα Frankenia pulverulenta, F. hirsuta και Inula crithmoides, που συνήθως φυτρώνουν σε βράχους.

5.1.3 Αλατούχοι βιότοποι
Αλατούχοι βάλτοι εμφανίζονται στις παραλίες αλλά ενίοτε και στο εσωτερικό του νησιού, σε κοιλότητες του εδάφους όπου το νερό εγκλωβίζεται και δεν μπορεί να απορροφηθεί ή να κυλήσει στα κατάντη ή όταν η εξάτμισή του είναι πιο γρήγορη από την διήθησή του στο έδαφος. Σαν αποτέλεσμα έχουμε υγρά αλατούχα εδάφη που την άνοιξη βοηθούν την ανάπτυξη φυτοκοινωνιών, όπου εμφανίζονται τα είδη Hordeum marinum, Polypogon maritimus, Limonium spp., Atriplex portulacoides, Salsola soda, Mesembryanthemum nodiflorum, Frankenia hirsuta, Plantago crassifolia, Aster tripolium, Beta maritima, Juncus acutus, Bellis annua, Melilotus sulcatus, Cressa cretica και Crypsis aculeata. Παραλιακοί αλατούχοι βιότοποι, που κρατούν περισσότερη υγρασία μέχρι αργά το καλοκαίρι, φιλοξενούν είδη όπως τα Arthrocnemum machrostachyum, Salicornia fruticosa και Spergularia spp.

5.2 ΘΑΜΝΩΝΕΣ
Μεγάλες εκτάσεις των νησιών του ανατολικού Αιγαίου καλύπτονται από χαμηλή θαμνώδη και ποώδη βλάστηση. Η βλάστηση αυτή είναι αποτέλεσμα της καταστροφής των δασών και της υπερβόσκησης που στη συνέχεια ακολούθησε, μαζί με την καύση της βλάστησης από τους βοσκούς για δημιουργία νέας βοσκήσιμης ύλης, οπότε τα δασικά οικοσυστήματα έδωσαν τη θέση τους σε εκτεταμένους χαμηλούς θαμνώνες.

5.2.1 Φρύγανα
Φρύγανα, κατά τον Καββάδα (1956 - 1964) είναι «Πολυετείς χαμαίφυτοι πόαι». Η λέξη φρύγανο είναι καθαρά ελληνική και χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα για να χαρακτηρίσει την αραιή και φτωχή βλάστηση που αποτελείται από νανόμορφα, στρογγυλεμένα και κολλημένα στο έδαφος ακανθώδη ή άλλα ξηροφυτικά είδη. Οι φρυγανότοποι είναι αντιπροσωπευτικοί οικότοποι κατεστραμμένων δασών (Carlström 1987). Από αυτήν την άποψη, είναι στη σημερινή τους μορφή, οικοσυστήματα οπισθοδρομικής διαδοχής, αποτελούν όμως ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον καθηγητή Ντάφη (1986), πρόδρομα οικοσυστήματα προοδευτικής διαδοχής μέχρι του τελικού σταδίου «κλίμαξ». Αυτός είναι ο πιο διαδεδομένος τύπος βλάστησης στα νησιά του Αιγαίου, όπου τα οικοσυστήματα υποφέρουν από έλλειψη νερού λόγω της άνισης κατανομής των βροχών και από έντονη βόσκηση. Όπου η πίεση της βοσκής είναι μικρότερη, η βλάστηση αναπτύσσεται και τα φυτά χάνουν τη χαρακτηριστική ημισφαιρική τους μορφή. Στις περιοχές αυτές η βλάστηση γίνεται υψηλότερη και πυκνότερη και πολλές φορές αναφέρεται λαθεμένα ως “Μακία” βλάστηση επειδή λαμβάνεται υπόψη μόνο το ύψος των φυτών. Το επικρατέστερο είδος φυτού στα οικοσυστήματα αυτά είναι η λαδανιά (Cistus spp.). Το οικοσύστημα συμπληρώνουν το θυμάρι (Corydothymus capitatus), το ρείκι (Erica manipuliflora), η γαλατσίδα (Euphorbia acanthothamnos), το χινοπόδι (Genista acanthoclada), το υπέρικο (Hypericum empetrifolium), η λιθοδόρα (Lithodora hispidula), η φασκομηλιά ή αλισφακιά (Salvia fruticosa και S. officinalis), η αφάνα (Sarcopoterium spinosum), η θρούμπα (Satureja thymbra) κ.ά. Ανάλογα με τις διαφορετικές περιβαλλοντικές συνθήκες κυριαρχούν στο οικοσύστημα κάθε φορά και διαφορετικά είδη, από αυτά που αναφέρονται παραπάνω, και συνήθως συνοδεύονται από άλλα θαμνώδη και πολυετή ποώδη είδη.

Σε θέσεις όπου η βλάστηση έχει καταστραφεί από αλλεπάλληλες πυρκαϊές και κατόπιν ακολούθησε έντονη βόσκηση, τα εδάφη έχουν αποπλυθεί και εμφανίζεται το μητρικό πέτρωμα. Επαναλαμβανόμενες πυρκαϊές εξάλλου αναγκάζουν τα είδη που πρεμνοβλαστάνουν να υποχωρήσουν σταδιακά από την περιοχή και τη θέση τους καταλαμβάνουν είδη, όπως του γένους Cistus, τα σπέρματα των οποίων επιβιώνουν μετά τη φωτιά, σχηματίζοντας πυκνούς ομοιόμορφους θαμνώνες.

Σε εξαιρετικά υποβαθμισμένα εδάφη εμφανίζεται η χαρακτηριστική βλάστηση όπου κυριαρχούν ο ασφόδελος (Asphodelus microcarpus) και η σκυλοκρεμμύδα (Urginea maritima) που συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό ετήσιων ή βαθύρριζων πολυετών φυτών, καθώς και φυτών με διογκωμένα, υπόγεια, αποθηκευτικά όργανα.

5.2.2 Μακία βλάστηση και θάμνοι
Η «μακία» βλάστηση είναι πολύ χαρακτηριστική και συνήθως δημιουργεί αδιαπέραστους θαμνώνες ύψους δύο και πλέον μέτρων. Συνήθως εξαπλώνεται στους πρόποδες των βουνών, σε βαθιές ρεματιές και ρυάκια, και σε άλλες θέσεις όπου τα εδάφη είναι περισσότερο υγρά με αποτέλεσμα τα φυτά να έχουν πρόσβαση σε ικανοποιητική υγρασία. Χαρακτηριστικά είδη, που συναντάμε σε υγρές ρεματιές και ρυάκια, είναι η μυρτιά (Myrtus communis), o στύρακας (Styrax officinalis), το σπάρτο (Spartium junceum), και κατά θέσεις το υπέρικο (Hypericum hircinum), η δάφνη του Απόλλωνα (Laurus nobilis), καθώς και ξυλώδη αναρριχώμενα φυτά, όπως ο αρκουδόβατος (Smilax aspera), η αβρωνιά (Tamus communis), και η βριωνιά (Bryonia cretica).
Σε περισσότερο ξηρά εδάφη κυριαρχούν είδη όπως η κουμαριά (Arbutus unedo), η γλιστροκουμαριά (A. andrachne), το ρείκι (Erica manipuliflora), το φυλίκι (Phillyrea latifolia), το πουρνάρι (Quercus coccifera) και ο ασπάλαθος (Calicotome villosa). Οι γράστεις και οι πόες έχουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φτωχή ανάπτυξη.
Στην περιοχή συναντώνται συχνά και άλλοι τύποι θαμνώνων όπου κυριαρχεί ο σχίνος (Pistacia lentiscus), το ρείκι (Erica manipuliflora), η άρκευθος (Juniperus phoenicea) και η γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) και μερικές φορές αναφέρονται ως “Μακί”.

5.3 ΛΙΒΑΔΙΑ
5.3.1 Ξηρά λιβάδια
Μικρές διάσπαρτες ασκεπείς πεδινές εκτάσεις, με λεπτό στρώμα γόνιμου εδάφους, μπορεί να αναπτύξουν χαμηλή ποώδη βλάστηση με ετήσια ή πολυετή φυτά. Αυτός ο τύπος λιβαδιών είναι μάλλον αποτέλεσμα έντονης βόσκησης και συνήθως κυριαρχείται από τα Poa bulbosa και Aegilops spp., που συχνά συναντώνται και σε ασκεπείς ηλιόλουστες θέσεις με φρύγανα.

5.3.2 Υγρά λιβάδια
Ο τύπος των λιβαδιών αυτών είναι πολύ σπάνιος στην περιοχή του νοτιοανατολικού Αιγαίου. Εμφανίζεται σε μικρές εκτάσεις, σε θέσεις όπου η στάθμη των υπογείων υδάτων συναντά την επιφάνεια του εδάφους. Το οικοσύστημα αποτελείται από μεγάλο αριθμό ετήσιων και πολυετών ποωδών υγρόφιλων ειδών, η πυκνότητα και η ποικιλία των οποίων διαφέρει ανάλογα με το βαθμό της υπάρχουσας υγρασίας.

5.3.3 Πρόσκαιρες λιμνούλες
Αξιοσημείωτες είναι οι συνθέσεις που παρατηρούνται την άνοιξη σε θέσεις όπου υπάρχει λεπτό επιφανειακό έδαφος και μαζεύονται τα νερά του χειμώνα σε πρόσκαιρες λιμνούλες όπου επικρατούν κυρίως είδη όπως το ισοετές (Isoetes histrix και I. duriei), είδη τριφυλλιών (Trifolium micranthum, T. bocconei κ.ά.), βούρλα (Juncus capitatus κ.ά.) και ψυχανθή, όπως ο ορνιθόπους ο αβράκτειος (Ornithopus pinnatus).

5.4 ΔΑΣΗ
Αν και τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου έχουν σε μεγάλο βαθμό αποδασωθεί, εν τούτοις υπάρχουν ακόμη μεγάλες εκτάσεις στο νησί της Ρόδου που καλύπτονται από δάση τραχείας πεύκης (Pinus halepensis ssp. brutia) και κυπαρισσιού (Cupressus sempervirens). Υπολείμματα δασών, στα οποία κυρίαρχα είδη είναι φυλλοβόλα δέντρα και αείφυλλα πλατύφυλλα, σώζονται σήμερα κυρίως στις κοίτες και στις όχθες των ρεμάτων, στους πρόποδες βουνών και μέσα σε βαθιά φαράγγια.

5.4.1 Δάση κωνοφόρων
Η τραχεία πεύκη (Pinus halepensis ssp. brutia) είναι το είδος που κυριαρχεί στα δάση σε όλες τις κατηγορίες εδαφών και σε όλα τα υψόμετρα, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι και τις κορυφές των υψηλότερων βουνών. Το μεγαλύτερο μέρος των κωνοφόρων δασών θα πρέπει σήμερα να θεωρηθούν ως οικοσυστήματα δευτερογενούς ή οπισθοδρομικής διαδοχής, που έχουν αντικαταστήσει μέρος των δασών των φυλλοβόλων και σκληρόφυλλων πλατύφυλλων ειδών, σαν αποτέλεσμα της έντονης πίεσης των οικοσυστημάτων από τις ανθρώπινες δραστηριότητες (Carlström 1987).

Κάτω από την κομοστέγη του δάσους, υπάρχει συνήθως ένας όροφος θαμνώδους βλάστησης, που αποτελεί μέρος του υπορόφου του δάσους. Όταν η κόμη των δέντρων του ανωρόφου είναι αραιά τότε η θαμνώδης αυτή βλάστηση είναι πυκνότερη και υψηλότερη. Σε περιπτώσεις υγρών εδαφών, όπως είναι εκείνα εντός χειμάρρων ή στους πρόποδες βουνών, όπου τα φυτά δεν στερούνται υγρασίας, η υπόροφος βλάστηση είναι ακόμη υψηλότερη και πυκνότερη και περιλαμβάνει είδη της Μακία βλάστησης, όπως η μυρτιά (Myrtus communis), το σπάρτο (Spartium junceum), το πουρνάρι (Quercus coccifera), και αναρριχώμενα είδη όπως ο κισσός (Hedera helix) και ο αρκουδόβατος (Smilax aspera). Κάτω από την κόμη των θάμνων συνήθως υπάρχει ένας ακόμη όροφος βλάστησης των ετήσιων και πολυετών ποωδών φυτών. Στα δασικά οικοσυστήματα η συμμετοχή τους δεν είναι πολύ μεγάλη. Τα γεώφυτα εμφανίζονται συχνά στα δάση. Επιφυτικοί λειχήνες, κυρίως του γένους Usnea, εμφανίζονται συχνά στα μεγαλύτερα υψόμετρα και στις βόρειες εκθέσεις.

Σε βραχώδεις πλαγιές και ασβεστολιθικά κυρίως εδάφη είναι χαρακτηριστική η εμφάνιση του κυπαρισσιού (Cupressus sempervirens) που σχηματίζει δάση είτε μόνο του είτε σε μίξη με την τραχεία πεύκη (Pinus halepensis ssp. brutia). Η βλάστηση του υπορόφου είναι και εδώ όμοια με αυτήν των δασών της τραχείας πεύκης. Στη θέση «Κατάρτι» του Δημοτικού Διαμερίσματος Έμπωνας, του Δήμου Αταβύρου στη Ρόδο, υπάρχει και το αιωνόβιο δάσος κυπαρισσιού, που αποτελεί βιογενετικό απόθεμα μεγάλης οικολογικής αξίας και χαρακτηρίστηκε, για το λόγο αυτό, «Μνημείο της Φύσης».

5.4.2 Δάση φυλλοβόλων και αείφυλλων πλατύφυλλων
Τα δάση των φυλλοβόλων και αείφυλλων πλατύφυλλων ειδών καλύπτουν πολύ μικρές εκτάσεις και από αυτήν την άποψη θεωρούνται μικρής σπουδαιότητας. Λίγα υπολείμματα αείφυλλων πλατύφυλλων δασών, κυρίως πουρναριού (Quercus coccifera), έχουν απομείνει από αυτά που σε παλαιότερες εποχές πιθανολογείται ότι ήταν πολύ διαδεδομένα. Τα δέντρα που τα συγκροτούν είναι μικρά σε ύψος, όπως αυτό των υψηλών θάμνων, και περιορίζονται σε βραχώδεις πλαγιές με σχετικά ικανοποιητική υγρασία εδάφους και κατά μήκος ρεμάτων, όπου δημιουργούν αδιαπέραστους θαμνώνες. Τα πιο κοινά είδη που συμμετέχουν στη συγκρότηση αυτών των δασών εκτός από το πουρνάρι (Quercus coccifera), είναι το φυλίκι (Phillyrea latifolia), ο σχίνος (Pistacia lentiscus), η κοκκορεβιθιά (Pistacia terebinthus), το κιτρινόξυλο (Rhamnus alaternus), το σπάρτο (Spartium junceum), η γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) κ.ά. Από τα αναρριχώμενα είδη συναντάμε την αειθαλή κληματσίδα (Clematis cirrhosa), τον αρκουδόβατο (Smilax aspera), τη ρουβία (Rubia tenuifolia) και τη βριωνιά (Bryonia cretica). Σε θέσεις όπου υπάρχει μεγάλη υγρασία και το έδαφος παραμένει υγρό για μεγάλο διάστημα του έτους, το έδαφος και το κάτω μέρος των κορμών των δέντρων καλύπτονται με ένα παχύ στρώμα βρύων.

Τα δάση της υγράμβαρης (Liquidambar orientalis), περιορίζονται σε πολύ λίγες θέσεις στις κοίτες των ποταμών. Είναι γνωστή η «κοιλάδα των πεταλούδων» στην κοίτη του Πελεκάνου ποταμού στο Δημοτικό διαμέρισμα Θεολόγου του Δήμου Πεταλούδων, όπως επίσης και η «κοιλάδα της νύμφης» στο Δημοτικό διαμέρισμα Σαλάκου, του Δήμου Καμείρου της Ρόδου, όπου κυρίαρχο είδος είναι η Υγράμβαρη. Παρόμοιες κοιλάδες με Υγράμβαρη υπάρχουν και στην περιοχή των Λαέρμων. Εδώ ο όροφος των θάμνων αποτελείται από είδη όπως η Δάφνη του Απόλλωνα (Laurus nobilis), το δέντρο του Ιούδα (Cercis siliquastrum) και άλλα είδη της μακίας βλάστησης, καθώς επίσης και διάφορα υγρόφιλα είδη.

Σε ασβεστολιθικά εδάφη και κατά μήκος της κοίτης ρυακιών ή ρεμάτων με μόνιμη ή περιοδική ροή καθώς και σε υγρές λαγκαδιές, ο πλάτανος (Platanus orientalis) αντικαθιστά την υγράμβαρη. Συνήθως συνοδεύεται από ιτιές (Salix spp.), αρμυρίκια (Tamarix spp.), λυγαριά (Vitex agnus-castus) και πικροδάφνη (Nerium oleander). Στο οικοσύστημα συμμετέχουν πάντοτε είδη της μακία βλάστησης καθώς και ξυλώδη αναρριχώμενα είδη.
Δάση ξυλοκερατιάς (Ceratonia siliqua) δεν υπάρχουν συγκροτημένα, εκτός από μικρές λόχμες ή μεμονωμένα δέντρα σε ηλιόλουστες θέσεις σε χαμηλά υψόμετρα.

Η ήμερη βελανιδιά (Quercus ithaburensis ssp. macrolepis), η χνοώδης βελανιδιά (Q. pubescens), και η ραμυθιά (Pistacia atlantica) βρίσκονται παντού στο νησί της Ρόδου και κυρίως στο βόρειο τρίγωνο, χωρίς ωστόσο να δημιουργούν συγκροτημένα δάση. Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο αν αυτά αποτελούν υπολείμματα παλιών δασών που διασώθηκαν ή αν απλώς αυτή ήταν πάντα η εμφάνισή τους. Μεγάλος αριθμός δέντρων ήμερης βελανιδιάς φύονται κυρίως στα όρια των ιδιοκτησιών, αλλά και εντός των γεωργικών καλλιεργειών ή πάνω στους τοίχους των βαθμίδων, όταν τα κτήματα είναι σε επικλινή εδάφη. Όταν κανείς βλέπει από μακριά τέτοιες εκτάσεις μένει με την εντύπωση ότι υπάρχει στην περιοχή συγκροτημένο δάσος βελανιδιάς. Τα δέντρα αυτά αποτελούσαν παλαιότερα μέρος γεωργικής εκμετάλλευσης των κατοίκων των νησιών του νοτιοανατολικού Αιγαίου και στο κτηματολόγιο Ρόδου, που είχε συνταχθεί κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας, οι εκτάσεις στις οποίες φύονται χαρακτηρίζονται ως “Quertato” δηλαδή “Βελανιδεώνες”.

5.5 ΟΡΕΙΝΗ ΒΛΑΣΤΗΣΗ
Υπάρχουν λίγα μόνο είδη φυτών αυτής της κατηγορίας αφού μόνο το όρος Αττάβυρος ξεπερνά σε ύψος τα χίλια μέτρα. Η επίδραση του υψομέτρου είναι καθοριστική όχι μόνο στη σύνθεση των φυτών αλλά και στη φυσιογνωμία τους. Βεβαίως έντονη είναι και η επίδραση του ανθρώπου. Στο όρος Αττάβυρος λίγα μόνο άτομα παλιών δέντρων, όπως πουρνάρια (Quercus coccifera), φυλίκια (Phillyrea latifolia), και γκορτσιές (Pyrus spinosa), έχουν απομείνει σε υψόμετρο χιλίων περίπου μέτρων. Η κορυφή του Ατταβύρου είναι πολύ υποβαθμισμένη, από άποψη βλάστησης, με κυρίαρχα είδη τα Onopordum bracteatum, Picnomon acarna και Carlina corymbosa. Άλλα χαρακτηριστικά είδη σε αυτά τα μεγάλα υψόμετρα είναι το πουρνάρι, η εφορβία, η ρίγανη καθώς και μεγάλος αριθμός ετήσιων ποωδών φυτών. Υπάρχει επίσης μικρός αριθμός αντιπροσωπευτικών ορεινών ειδών, όπως τα Arabis alpina ssp. brevifolia, Anemone blanda, Vincetoxicum canescens και Scilla longistyla.

5.6 ΧΑΣΜΟΦΥΤΙΚΗ ΒΛΑΣΤΗΣΗ
Πληθώρα ενδημικών ειδών υπάρχει μεταξύ των φυτών που εμφανίζονται στους εκτεταμένους γκρεμούς και τους κατακόρυφους βραχώδεις σχηματισμούς των σκληρών ασβεστολιθικών πετρωμάτων στην περιοχή της Ρόδου. Η βλάστηση που αναπτύσσεται εδώ περιλαμβάνει πέρα από τα ετήσια ποώδη φυτά και τα φρύγανα και ένα μεγάλο αριθμό χασμοφυτικών ειδών. Από τα πλέον διαδεδομένα είναι η καμπανούλα (Campanula hagielia), το ελίχρυσο (Helichrysum orientale), η ίνουλα (Inula heterolepis), ο πτυλοστήμων (Ptilostemon chamaepeuce) και η ροζουλάρια (Rosularia serrata). Δενδρώδη είδη απαντώνται σπάνια και είναι κυρίως το κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens), η κοκορεβυθιά (Pistacia terebinthus), η ξυλοκερατιά (Ceratonia siliqua) και η συκιά (Ficus carica). Περίπου 63 taxa έχουν εντοπιστεί στα οικοσυστήματα των γκρεμών της Ρόδου (Carlström 1987). Πολλά χασμόφυτα εμφανίζονται σε περιορισμένες θέσεις ή περιοχές και πολλές φορές μόνο σε ένα συγκεκριμένο γκρεμό. Είναι αξιοσημείωτο ότι βρέθηκαν σε τέτοιους οικοτόπους τόσα πολλά είδη φυτών και μάλιστα πολλά από αυτά ενδημικά του Αιγαίου. Τα περισσότερο διαδεδομένα φυτά σε αυτόν τον τύπο βλάστησης, σύμφωνα με τον Davis (1951), είναι τα πτεριδόφυτα, όπως το σκορπίδι (Asplenium ceterach) και άλλα είδη της οικογένειας των Πολυποδιιδών (Cheilanthes acrostica, Ch. catanensis και Polypodium cambricum). Σε θέσεις όπου οι γκρεμοί για κάποιο λόγο συγκρατούν υγρασία για μεγάλο χρονικό διάστημα, απαντώνται επίσης είδη όπως το αδίαντο (Adiantum capillus-veneris), το υπέρικο (Hypericum hircinum) και το Schoenus nigricans.
Σε γκρεμούς με εδάφη που έχουν βασική αντίδραση και που υφίστανται συνεχείς διαβρώσεις παρέχοντας ένα πολύ ασταθές περιβάλλον για την ανάπτυξη των φυτών, λίγα μόνο είδη μπορούν να επιβιώσουν. Τέτοια φυτά είναι τα Inula heterolepis, Cheilanthus marantae, Asplenium onopteris και Verbascum rentzii. Τα παραπάνω φυτά συνοδεύονται από φρυγανικά είδη.

6. ΒΙΟΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΤΟΠΙΩΝ
Στο επίπεδο της βιοποικιλότητας των τοπίων θεωρούμε ότι υπάρχουν άπειρες δυνατότητες αξιοποίησης αφού το ελληνικό νησιώτικο τοπίο είναι απαράμιλλο σε ομορφιά φωτεινότητα, διαύγεια και χρώμα. Πανέμορφοι χρωματισμοί και αλλαγές στα τοπία, με συνέχειες και αντιθέσεις, χρήσεις γης πλεγμένες σε ένα ατέλειωτο μωσαϊκό, έντονα και ομαλά ανάγλυφα του εδάφους συνδυασμένα με καταπράσινες ρεματιές αλλά και τοπία σχεδόν ερημικά. Και όλα αυτά ριγμένα στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου. Όμως και εδώ υπάρχουν πάλι τεράστια κενά σε θέματα εντοπισμού, ανάδειξης, αξιοποίησης.

8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ
Στον νησιωτικό χώρο της Δωδεκανήσου, όπου ο τουρισμός εδώ και πολλές δεκαετίες αποτελούσε και αποτελεί τον κύριο μοχλό οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, απαιτείται ένας καλύτερος σχεδιασμός, προκειμένου να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο που με επιτυχία μέχρι πρόσφατα έπαιξε, αξιοποιώντας όμως ελάχιστους μόνο (θάλασσα και ήλιο) από τους αμέτρητους φυσικούς πόρους που διαθέτει και τις, τεράστιας δυνατότητας, τουριστικές υποδομές. Η βιοποικιλότητα, σαν φυσικός πόρος, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή, βοηθώντας και τον μαζικό αλλά και άλλες εναλλακτικές μορφές τουρισμού (οικοτουρισμός, επιστημονικά συνέδρια, πρακτική άσκηση προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδαστών, κ.λπ.), αρκεί:
• Σε επίπεδο Γενετικής βιοποικιλότητας να αναδειχτούν οι ιδιαιτερότητες των γενετικών καταβολών των ειδών που παρουσιάζουν ενδιαφέρον και να διευκολυνθούν δράσεις που θα κεντρίσουν το επιστημονικό ενδιαφέρον της ελληνικής και διεθνούς επιστημονικής κοινότητος για μελέτη με συνεργασίες πανεπιστημίων, μεταπτυχιακών τμημάτων (με διδασκαλίες επί τόπου και με δράσεις ενημέρωσης πολιτών από τους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές). Παραδείγματα τέτοιων συνεργασιών, που θα μπορούσαν όμως να διευρυνθούν, είναι εκείνο του Δήμου Ροδίων, που με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Firenze της Ιταλίας Marco Massetti, προχώρησαν στην έκδοση του βιβλίου «Ρόδος το νησί των Ελαφιών» και παράλληλα έγιναν από τον ίδιο αιματολογικές και mtDNA αναλύσεις, από τις οποίες προέκυψε ότι υπάρχει γενετική διαφοροποίηση του πλατωνιού της Ρόδου, όχι μόνο από τα άλλα είδη του γένους Dama αλλά ακόμη και από τα άτομα του ίδιου είδους της υπόλοιπης Ευρώπης (Massetti et.al., 2006, Θεοδωρίδης κ.ά. 2008). Άλλο παράδειγμα είναι η συνεργασία του Α.Π.Θ. και του Υπουργείου Γεωργίας και η έλευση στη Ρόδο τριών ειδικών εντομολόγων από τρεις υπηρεσίες (Forest Institute, National Forest Corporation και Vegetal and Livestock Health Service) της Χιλής, να μελετήσουν τους εχθρούς του εντόμου Cinara cupressi, στο αυτοφυές κυπαρισσοδάσος «Κατάρτι» της Έμπωνας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις τεράστιες καταστροφές δασών, λόγω εισαγωγής του εντόμου στην χώρα τους, όπου δεν υπάρχουν οι εχθροί του είδους, που θα μπορούσαν να φέρουν μια φυσική ισορροπία στους πληθυσμούς.

• Σε επίπεδο βιοποικιλότητας ειδών μπορούν να γίνουν οργανωμένες επισκέψεις ειδικών επιστημόνων (βοτανολόγων, φυσικών, βιολόγων) ή και άλλων που ασχολούνται ερασιτεχνικά με την βοτανική, την φωτογραφία, την ζωγραφική, κ.λπ., σε θέσεις (φρυγανικά οικοσυστήματα, δάση, θαμνώνες γκρεμνούς, κ.λπ.) όπου υπάρχουν σπάνια είδη φυτών (ορχιδέες, φυτιλάριες, καμπανούλες, σιλένε, χασμόφυτα, κ.λ.π.), για μελέτη, συλλογή για φυτολόγια (μετά από ειδική άδεια), φωτογράφηση, ζωγραφική, κ.λπ. Επίσης οργάνωση εκδρομών για παρατήρηση πουλιών (bird watching), όλο το χρόνο αλλά κυρίως την περίοδο της μετανάστευσης (φθινόπωρο και άνοιξη), αφού η Δωδεκάνησος βρίσκεται στο δρόμο διάβασης αποδημητικών. Επειδή και η άνθιση των περισσότερων φυτών αρχίζει αργά το χειμώνα ή ενωρίς την άνοιξη, αλλά και το πέρασμα των αποδημητικών είναι ενωρίς την άνοιξη προς βορρά και αργά το φθινόπωρο ή νωρίς το χειμώνα προς νότο, παρατείνεται και η τουριστική σεζόν κατά δύο με τρεις τουλάχιστον μήνες. Μπορούν επίσης να ιδρυθούν αλιευτικά καταφύγια στη θάλασσα και να γίνει εμπλουτισμός τους, με σκοπό την υποβρύχια παρατήρηση ή την επιστημονική παρακολούθηση.

• Σε επίπεδο βιοποικιλότητας οικοσυστημάτων μπορούν να οργανωθούν περιηγήσεις και επισκέψεις σε δάση, θαμνώνες, γκρεμνούς, σε υπάρχοντα μονοπάτια ή διαδρομές ή σε άλλα που θα χαραχτούν και που θα συνδυάζουν ευκαιρίες για ησυχία, παρατήρηση της φύσης, ξεκούραση, ανάταση, σκέψη, μελέτη, αναψυχή, διασκέδαση, ορειβασία, αναρρίχηση, κ.λπ. Σε ανθρωπογενή οικοσυστήματα (αγροτικά) ο αγροτουρισμός μπορεί να περιλαμβάνει συμμετοχή και ενασχόληση με παραδοσιακά ήθη και έθιμα, διαδικασίες πρωτογενούς παραγωγής, κ.ά.

• Τέλος σε επίπεδο βιοποικιλότητας τοπίων οι δράσεις θα μπορούσαν να ήταν άπειρες και σίγουρα ανάλογες με την φαντασία που διαθέτει ο κάθε φορά σχεδιαστής διαχειριστής της φύσης. Το νησιώτικο τοπίο είναι ασυναγώνιστο σε ομορφιά. Αυτό που λείπει είναι η σχεδίαση, η υλοποίηση και η απεικόνιση σε τουριστικούς χάρτες και φυλλάδια, διαδρομών που οδηγούν σε θέσεις παρατήρησης του τοπίου, του χώρου, των φυσικών και ανθρώπινων δραστηριοτήτων, των γεωλογικών σχηματισμών, των ασυνήθιστου ανάγλυφου εδαφών, κ.λπ. Ίδρυση και απεικόνιση όπως παραπάνω, θέσεων θέας, θέσεων λήψης πανοραμικών φωτογραφιών, video, θέσεων από όπου μπορεί κανείς να παρατηρήσει την ανατολή του ήλιου, τα ηλιοβασιλέματα, τις γραμμές που ενώνουν την στεριά με τη θάλασσα, τα κύματα, κ.λπ.

• Παράλληλα, τα εν λόγω έργα αναβαθμίζουν το νησιωτικό τοπίο, αυξάνουν την αξία του παράκτιου τουρισμού και διευρύνουν τη βάση του, με τις δυνατότητες ανάπτυξης οικοτουρισμού και υπαίθριων δραστηριοτήτων, ενώ
• Τα ίδια έργα συμβάλλουν στην άμβλυνση των ανισοτήτων μεταξύ του παράκτιου και του εσωτερικού νησιωτικού χώρου.

Συνεπώς, μια πολιτεία σε κεντρικό, σε περιφερειακό και σε τοπικό επίπεδο επείγει να διαμορφώσει ειδική πολιτική για την ανάπτυξη του τουρισμού σε όλα τα επίπεδα και να εκμεταλλευτεί όλους τους φυσικούς πόρους που μπορούν να αξιοποιηθούν και να αναπτύξει μηχανισμούς και κίνητρα προώθησης και εφαρμογής της εν λόγω πολιτικής στον συγκεκριμένο χώρο. Η μέχρι σήμερα ασκηθείσα πολιτική προώθησης κυρίως του λεγόμενου μαζικού τουρισμού, παρά τη μεγάλη σπατάλη οικονομικών μέσων και φυσικών πόρων, έχει αγγίξει πλέον τα όρια των δυνατοτήτων της. Επί πλέον δεν εστιάζεται στις κατευθύνσεις των προηγούμενων συμπερασμάτων και συνεπώς δεν είναι επαρκής. Με εξαίρεση τις υποδομές που μεμονωμένα δημιουργήθηκαν από λίγους τοπικούς φορείς (κυρίως δημοτικές αρχές) και είναι προς την σωστή κατεύθυνση αλλά όμως δεν επαρκούν, δεν υπάρχει κάποια άλλη κεντρική σχεδίαση ή πρόθεση για συνολική αντιμετώπιση του θέματος. Οι δε επιχειρηματίες που ασχολούνται με τον τουρισμό, δεν μπορούν να εστιάσουν το ιδιωτικό τους ενδιαφέρον, σε έργα που αφορούν την νησιωτική κοινωνία συνολικά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ
Carlström A., 1987. A Survey of the flora and phytogeography of Rodhos, Simi, Tilos and the Marmaris Peninsula (SE Greece, SW Turkey). University of Lund. Lund.
Council of Europe, 1995. Tourism and Environment in European Countries. Ministerial Conference Environment for Europe in Sofia, Bulgaria, Strasbourg.
Θεοδωρίδης Ν. & Φαντίδης Θ., 2006. Φυτά της Δωδεκανήσου. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου. Ρόδος.
Θεοδωρίδης Ν., Κ. Βούλγαρης, Κ. Παπαστεργίου, 2008 Το πλατώνι της Ρόδου: Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, επιπτώσεις από τις πυρκαγιές, την κτηνοτροφία και την λαθροθηρία. Πρακτικά 6ου Πανελλήνιου Λιβαδοπονικού Συνεδρίου. Λεωνίδιο Αρκαδίας, 2-4 Οκτωβρίου 2008. σελ.241-247.
Καββάδας Δ., 1956-1964. Δεκάτομον Εικονογραφημένον Βοτανικόν Φυτολογικόν Λεξικόν.
Κοκκώσης, Χ. & Τσάρτας Π., 2001. Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και Περιβάλλον. Τουρισμός και Αναψυχή. Αθήνα: Κριτική Α.Ε.
Massetti M., The deer of the genus Dama Frisch, 1775. Επιμ. Έκδ. Masseti M., Ρόδος το νησί των ελαφιών. σελ. 103-120, Δήμος Ροδίων, Ρόδος.
Massetti M., A. Cavallaro, E. Pecchioli, and V. Cristiano, 2006. Artificial Occurrance of the Fallow Deer, Dama dama dama (L., 1785), on the Island of Rhodes (Grece): Insight from mtDNA Analysis. Human Evolution. 21:167-175.
Ντάφης Σ., 1986. Δασική οικολογία. Εκδόσεις Γιαχούδη - Γιαπούλη. Θεσσαλονίκη.
Ντάφης Σ., Ε. Παπαστεργιάδου, Κ. Γεωργίου, Δ. Μπαμπαλώνας, Θ. Γεωργιάδης, Μ. Παπαγεωργίου, Θ. Λαζαρίδου, Β. Τσιαούση, 1997. Οδηγία 92/43/Ε0Κ. Το έργο οικοτόπων στην Ελλάδα: ΔΙΚΤΥΟ ΦΥΣΗ 2000. Γενική Διεύθυνση XI Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας- Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων Υγροτόπων.
Παπαστεργίου, Κωσταντινιά, 2007. Η Ανάπτυξη του Τουρισμού στη Ρόδο: Κοινωνικές και Περιβαλλοντικές Διαστάσεις. Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία. Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Ρόδος.

Δικτυακοί τόποι
http://en.wikipedia.org/wiki/Tourism
http://ec.europa.eu/development/body/theme/environment/env_integ/env_inegration/envman-1194.html